* του Θωμά Σάρα

Για τέσσερις ολόκληρους αιώνες το έθνος γνώρισε το ναδίρ της εθνικής του αναξιοπρέπειας. Έζησε χρόνους ανομολόγητους και έχασε κάθε έννοια αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού. Δοκιμάστηκε στη βία, τη πρόκληση, την αναξιοπρέπεια.

Λησμόνησε, εν πολλοίς, κάθε έννοια του περίλαμπρου παρελθόντος που του κληροδότησαν οι πρόγονοί του, την ιστορία, τον πολιτισμό τις πολιτιστικές του αξίες και παραδόσεις.

Χρόνια δύσκολα, που τα διέκρινε η άγρια βία του κατακτητή και τα συντρόφευέ καθημερινά ο φόβος για τη ζωή.

Τετρακόσια ολόκληρα χρόνια πολιτικής και πολιτιστικής ανυπαρξίας. Τέσσερις αιώνες πόνου, ατίμωσης και δοκιμασιών. Προκλήσεις οι οποίες μίλησαν στη ψυχή των αποδήμων, που γαλβάνισαν τη θέλησή τους και τράνωσαν τη πίστη τους για τον εθνικό ξεσηκωμό.

Κάπως έτσι ξεκίνησε εκείνο το ανθρώπινο ποτάμι, αρχικά με τους λίγους, τους εκλεκτούς ονειροπόλους της λευτεριάς, τους δεσμώτες του ονείρου δημιουργίας μιας ανεξάρτητης πολιτείας όπου όλοι οι πολίτες θα απολάμβαναν την προστασία και ίσα δικαιώματα από την διοίκηση της.

Και σε αυτό το όνειρο χάθηκαν ζωές και παίχτηκαν περιουσίες.

Οικογένειες ξεκληρίστηκαν και ολόκληρη η ελληνική γη κατακάηκε από τα βάρβαρα ασκέρια του κατακτητή, στη προσπάθειά του να κατασβήσει στο αίμα το όραμα της λευτεριάς που καθημερινά δυνάμωνε το πείσμα και άνδρωνε την ελπίδα της λευτεριάς , κάνοντας την βεβαιότητα στη καρδιά του κάθε αγωνιστή.

Επτά ολόκληρα χρόνια δοκιμασιών, ανείπωτου πόνου και βίας.

Μια ολόκληρη επταετία οργής και θυμού, απελπισίας και πίστης, συμφωνιών και διαφωνιών, ανδρείας και προδοσίας, φιλοπατρίας και πολιτικών σκοπιμοτήτων, αυτή με λίγα λόγια υπήρξε η ιστορία του ποιο ιερού αγώνα που έδωσαν ποτέ οι πρόγονοί μας.

Κάπως έτσι έστησαν την ελεύθερη Πατρίδα, μέσα από τα κατακαίδια και τις καταστροφές της καμένης γης που άφηνε πίσω του ο βάρβαρος κατακτητής, και η οργή της φιλοδοξίας εκείνων που δεν δίστασαν να στρέψουν, κατά καιρούς τα όπλα τους, ενάντια σε αδελφικό αίμα.

Η ανεξαρτησία και λευτεριά του μικρού κράτους των Ελλήνων, μόνο δάκρυα και οδύνες έχει να επιδείξει. Από τον υπέροχο λαό που έγραψε περίλαμπρη ιστορία στα βάθη των αιώνων, μόνον επτακόσιες χιλιάδες υπήρξαν οι αρχικοί κληρονόμοι των αγαθών της λευτεριάς, και μια διοίκηση χωρίς καμία οργάνωση, χωρίς καν κάποια έννοια διοικητική.

Ο άνδρας που πίστεψε σε αυτό, ο πρώτος κυβερνήτης Καποδίστριας, έπεσε θύμα της οργής κάποιου που δεν δεχόταν να φορολογηθεί η περιουσία του.

Στην σύντομη πορεία του νέου κράτους, όλοι εκείνοι που έταξαν τον εαυτό τους, τα παιδιά τους και την οικογενειακή τους και προσωπική περιουσία, βρέθηκαν απολογούμενοι για αδικήματα που δεν είχαν διαπράξει ποτέ, από εκείνους που ουδέποτε τόλμησαν να αντιμετωπίσουν τα ασκέρια του κατακτητή.

Τα ποιο λαμπρά ονόματα του γαλαξία της λευτεριάς, έσβησαν μέσα στις στάχτες της καταστροφικής μανίας των πολιτικών φιλοδοξιών και των ξένων συμφερόντων.

Παρ’ όλα αυτά, όμως, κατορθώσανε να στήσουν το μικρό πύργο της νεότερης Ελλάδας.

Έναν πύργο αρχικά αδύναμο, ο οποίος κατόρθωσε να ανδρωθεί και να στεριώσει με αγώνες άλλων διακοσίων χρόνων. Χρόνων που τους διέκριναν τα ίδια ακριβώς πάθη και παραλήψεις που γνώρισε η χώρα στην αρχική της αναγέννηση.

Έτσι φτάσαμε στην σημερινή, τόσο σημαδιακή χρονιά. Μια χρονιά ορόσημο στην σύντομη ιστορία του νεότερου κράτους των Ελλήνων. Με όλα εκείνα τα κοινά στοιχεία και γνωρίσματα του παρελθόντος.

Έναν λαό να δοκιμάζεται από την ανέχεια στην μεγάλη του πλειοψηφία, και μια μικρή μειοψηφία να απολαμβάνει όλα τα αγαθά της γης που δημιούργησε τη δημοκρατία.

Ένα πολιτικό σύστημα που το χαρακτηρίζουν οι αρχές του Μεσαίωνα, βασισμένο πάνω στην οικογενειοκρατία, τη πολιτική βία, τις οικονομικές συναλλαγές και όχι μόνον, με αποτέλεσμα την απώλεια των πλέον ικανών παιδιών του στο εξωτερικό.

Λέγεται ότι η Ευρωπαϊκή Αναγέννηση ήταν το αποτέλεσμα της φυγής των ανθρώπων της τέχνης, των γραμμάτων και των επιστημών στη Δύση, εξ’ αιτίας της πτώσης της Βασιλεύουσας στους Οθωμανούς.

Τότε, δίκαια βοηθήσαμε την Ευρώπη να ξεπεράσει τους ιεροεξεταστές και να αποδεχθεί την ελεύθερη γνώμη και κρίση σαν μέρος του πολιτισμού της, σε αντίθεση με τη σύγχρονη Ελλάδα, όπου η κατάρα της διαφυγής των ικανών συνεχίζει να αποτελεί την καθημερινότητα.

Με αυτές τις σκέψεις, σήμερα, καλωσορίζουμε την επέτειο των διακόσων χρόνων της ελεύθερης πολιτείας των Ελλήνων.

Μιας πραγματικής μικρογραφίας του ιστορικά παραδοσιακού ελλαδικού χώρου, ο οποίος ανέδειξε τα φωτεινότερα ονόματα στην ιστορία των πολιτισμών της γης.

Μιας πολιτείας που δημιούργησε η αγάπη μιας χούφτας απόδημων οραματιστών μελών της Φιλικής Εταιρίας και την παρέδωσε στα χέρια αργυράμοιβων να την διοικήσουν.

Όπου οι περισσότεροι ξεκινούν χωρίς κανέναν εισόδημα και σε ελάχιστα χρόνια μπορούν να επιδείξουν, και άλλοι να κρύψουν, τους καρπούς των πολιτικών τους συναλλαγών.

Ένα κράτος φυγοκεντρικό, αναχρονιστικό, αδύναμο να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της σύγχρονης διεθνούς πραγματικότητας. Μια διοίκηση που άγεται και φέρεται καθημερινά από τον προαιώνιο εχθρό, τον δυνάστη και καταπατητή του μεγαλύτερου μέρους του φυσικού χώρου των Ελλήνων.

Μια διοίκηση που δέχεται να παρακαθήσει σε διαπραγματεύσεις με τον εισβολέα της Κύπρου, οποίος συνεχίζει να διατηρεί στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής επί 47 συναπτά χρόνια. Μια διοίκηση η οποία ανέχεται αδιαμαρτύρητα την καταπάτηση όλων των δικαιωμάτων της κυριαρχίας της από τους απογόνους των Οθωμανών.

Τέλος μια διοίκηση η οποία μολονότι βρίσκεται στο κέντρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλίμονο δεν κατορθώνει να πείσει ούτε και τους εταίρους της για τα δίκαιά της.

Χαιρετίζουμε πάντως τη προσπάθεια της κυβέρνησης να πανηγυρίσει την φετινή επέτειο των διακοσίων χρόνων της εθνικής μας παλιγγενεσίας, αναθέτοντας την όλη προσπάθεια σε γνωστή οικογένεια εκατομμυριούχων, φιλική του πρωθυπουργού, χωρίς ούτε ένα μέλος από την μεγάλη οικογένεια των αποδήμων.

Ίσως έτσι μας προσφέρουν την δυνατότητα να αναρωτηθούμε, ήταν αυτό το πνεύμα της επανάστασης του 1821;

Η εκείνο του προβληματισμού του ηγέτη της επανάστασης Μακρυγιάννη “ Τι Μπραΐμης, τι Ζαΐμης”

από : “Πατρίδες”